Αναστάσιος Ζαχαρίου
Εθνική Τράπεζα Ελλάδος - Υπηρεσία Δικτύου Data
Τ.Θ. 3564, 10210 ΑΘΗΝΑ
sv1rd@sv1rd.ampr.org
Κωνσταντίνος Κράλλης
Κίου 6-8, 11364 ΑΘΗΝΑ
sv1xv@hol.gr
Πειραιάς, 9 Μαίου 1996
Γιά τα επίπεδα OSI 3 και 4, δέν καθορίστηκε εξ αρχής κάποιο κοινά αποδεκτό πρωτόκολλο, αλλά αφέθηκε στον πειραματισμό. Αυτό έγινε αιτία να προταθούν διάφορες εναλλακτικές λύσεις. H πρόταση για χρήση του TCP/IP σαν πρωτόκολλο δικτύου έγινε το 1987 από τον Phil Karn της Bell Labs ο οποίος ανέπτυξε και το πρόγραμμα NOS.EXE, το οποίο μετατρέπει τον προσωπικό υπολογιστή σε κόμβο ενός δικτύου TCP/IP και ταυτόχρονα υποστηρίζει το πρωτόκολλο AX.25 που διατηρήθηκε στο επίπεδο 2. Επίσης υποστηρίζει και όλες σχεδόν τις κατηγορίες υλικού (hardware) που χρησιμοποιούνται στα ενσύρματα τοπικά δίκτυα (LAN) αλλά και τις ασύγχρονες συνδέσεις SLIP, PPP και αρκετές εφαρμογές. Οι πρώτες δοκιμές ήταν πολύ επιτυχημένες και σύντομα ένα τμήμα του Internet, το δίκτυο 44 (class Α), διατέθηκε αποκλειστικά για χρήση από ραδιοερασιτέχνες και ονομάσθηκε AMPRnet (AMateur Packet Radio network). Η ανάπτυξη του AMPRnet από το σημείο αυτό και μετά ήταν αλματώδης, κυρίως χάρη στη συνεργασία της πανεπιστημιακής κοινότητας και των ερευνητικών κέντρων (δημοσίων και ιδιωτικών) που υποστήριξαν με πολλούς τρόπους τους ραδιοερασιτέχνες στην προσπάθειά τους.
Τα ραδιοερασιτεχνικά συστήματα ραδιομεταδόσεως πακέτων σχεδιάζονται σχεδόν πάντα κατά τέτοιο τρόπο ώστε πολλοί σταθμοί να μπορούν να μοιράζονται το μέσο μεταδόσεως (ραδιοδίαυλο) με καταμερισμό χρόνου. Η τεχνική που χρησιμοποιείται είναι παρόμοια με την τεχνική των δικτύων "ethernet", και ονομάζεται CSMA (carrier sense multiple access). Ολα τα δίκτυα ραδιομεταδόσεως πακέτων χρησιμοποιούν την στατιστική μέθοδο p-persistent CSMA ώστε να γίνει δικαιότερη η κατανομή του διαύλου μεταξύ των ισχυρών και ασθενών σταθμών και να αυξηθεί ο επιτυγχανόμενος ρυθμός μεταδόσεως δεδομένων. Σύμφωνα με την μέθοδο αυτή [1], όταν ένας κόμβος επιθυμεί να εκπέμψει ένα πακέτο, παρακoλουθεί την έξοδο ενός ανιχνευτή φέροντος (DCD). Όταν ο δίαυλος γίνει διαθέσιμος, παράγει έναν τυχαίο αριθμό μεταξύ 0 και 255. Αν ο αριθμός είναι μικρότερος της παραμέτρου P (persistense), τότε εκπέμπει αμέσως όλα τα πλαίσια που αναμένουν στην ουρά εκπομπής. Διαφορετικά περιμένει για ένα χρόνο ίσο με το χρόνο σχισμής (slot time) και επαναλαμβάνει την διαδικασία. Αν ο δίαυλος ευρεθεί παλι κατειλημένος, ο χρόνος αναμονής αυξάνεται με εκθετικό ρυθμό. Εναλλακτικές μέθοδοι για την αποφυγή αλληλοπαρεμβολών ειναι το πρωτόκολλο DAMA και η εγκατάσταση συστημάτων full duplex.
3.2 Το πρωτόκολλο AX.25
Το πρωτόκολλο AX.25 υλοποιείται κατά το μεγαλύτερο μέρος του σε επίπεδο υλικού με ειδικά ολοκληρωμένα κυκλώματα, όπως τα Z-8530 και Ζ-8440 της Zilog και 8273 της Intel. Λόγω των ιδιομορφιών των ασυρμάτων δικτύων, έχουν γίνει ορισμένες σημαντικές τροποποιήσεις και προσθήκες. Οι λεπτομέρεις του πρωτοκόλλου AX.25 περιγράφονται αναλυτικά στη σχετική έκδοση της American Radio Relay League (ARRL) [2].
3.3 Hardware υλοποίησης του AX.25
Για την σύνδεση με το ασύρματο δίκτυο χρησιμοποιείται το Terminal Node Controller (TNC). Αυτό εξωτερικά μοιάζει με ένα modem αλλά στην ουσία είναι ένα σύγχρονο PAD (packet assembler-disassembler) που ελέγχεται συνήθως από ένα μικροεπεξεργαστή Z-80 ή 6803 και ένα modem. Η βασική λειτουργία του μικροεπεξεργαστή είναι ο έλεγχος της ροής χαρακτήρων μεταξύ των δύο θυρών επικοινωνίας. Παράλληλα παρέχει την δυνατότητα στο τερματικό να ελέγξει τις παραμέτρους της επικοινωνίας και να ξεκινήσει ή να τερματίσει μιά σύνδεση AX.25. Συνήθως παρέχονται και άλλες δυνατότητες, όπως η εκπομπή ραδιοφάρου (beacon) σε τακτά χρονικά διαστήματα και ένα στοιχειώδες σύστημα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Μιά από τις δυνατότητες που έχουν τα σύγχρονα TNC είναι η υποστήριξη του πρωτοκόλλου KISS. Στην περίπτωση αυτή το πλαίσιο HDLC παράγεται από τον υπολογιστή και μεταβιβάζεται στο TNC για προσθήκη των σημαιών (flags) και την αποστολή τους. Αναπτύχθηκε γιά να επιτρέψει την χρήση περίπλοκου λογισμικού το οποίο ξεπερνάει τις δυνατότητες του μικροπεξεργαστή που βρίσκεται μέσα στο TNC, χωρίς όμως να απαιτείται η αγορά και εγκατάσταση στον υπολογιστή μιάς ακριβής κάρτας σύγχρονης επικοινωνίας (SCC) [3].
Εκτός από τα TNC υπάρχουν εσωτερικές μονάδες σύγχρονης επικοινωνίας (Synchronous Communications Contoller ή SCC) κατασκευασμένες για υπολογιστές IBM PC ή συμβατούς. Οι μονάδες αυτές προσαρμόζονται στο bus της κεντρικής μονάδας και χρησιμοποιούν το τροφοδοτικό του συστήματος. Η επικοινωνία τους με τον μικροεπεξεργαστή είναι ταχύτατη και ορισμένοι τύποι χρησιμοποιούν DMA. Βασίζονται 1 ή 2 ολοκληρωμένα Z-8530 άρα διαθέτουν δύο ή τέσσερεις σύγχρονες σειριακές εξόδους. Συχνά έχουν ενσωματωμένο modem και μπορούν να συνδεθούν κατευθείαν με τον πομποδέκτη, διαφορετικά απαιτείται ένα εξωτερικό modem. Οι μονάδες SCC δεν έχουν ενσωματωμένο λογισμικό (firmware) όπως τα TNC αλλά οδηγούνται κατ'ευθείαν από την κεντρική μονάδα με το κατάλληλο λογισμικό (device driver) που τίς συνοδεύει. Τυπικές κάρτες SCC είναι η DRSI, η PC-100, η USCC της Baycom η οποία διαθέτει 4 θύρες. Επίσης η μονάδα HAPN που βασίζεται στο ολοκληρωμένο κύκλωμα 8273 της Intel. Τέλος υπάρχουν οι αυτόνομες μονάδες PacketTen για χρήση σε κόμβους υψηλής ταχύτητας με 5 πόρτες και μικροεπεξεργαστή Motorola.
3.4 Modems
Τα συνηθέστερα χρησιμοποιούμενα modems είναι:
Η μετάδοση πακέτων IP γίνεται είτε απέυθείας πάνω από το AX.25 είτε σε virtual connection είτε σε datagram, χεησιμοποιώντας ασύνδετα πλαίσια πληροφορίας (UI frames). Η επιβεβαίωση παρέχεται πλέον μόνον από το επίπεδο TCP του ανταποκριτού και είναι γρηγορότερη. Το συνηθισμένο MTU είναι 256 ή 576 για τα 1200/9600 bauds.
Η δυνατότητα μεταδόσεως ασύνδετων πλαισίων επιτρέπει επίσης την μεταφορά σε περιβάλλον AX.25 του πρωτοκόλλου ARP (Address Resolution Protocol), η μεταφορά αυτή ήταν απαραίτητη για την αντιστοίχηση διευθύνσεων IP και AX.25 που είναι υποχρεωτικές για την κάθε εκπομπή.
Ο όρος "axip" χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον εγκλεισμό πλαισίων AX.25 μέσα σε πακέτα IP για την μετάδοσή τους πάνω από το Internet. Η μέθοδος αυτή περιγράφεται στο RFC-1226 και έχει σαν αποτέλεσμα δύο δίκτυα ραδιομεταδόσεως πακέτων που δεν έχουν άμεση επικοινωνία να ανταλλάσουν πλαίσια και να συμπεριφέρονται σάν ένα δίκτυο με ένα ψηφιακό αναμεταδότη (digipeater) [6].
Για την δρομολόγηση των πακέτων IP εφαρμόζονται είτε στατική δρομολόγηση, είτε χρησιμοποιείται το γνωστό routed (RIP 2.0) το οποίο υποστηρίζεται τόσο από το NOS όσο και από τις διαάφορες εκδόσεις του Unix και τα εμπορικά router (cisco κλπ). Παράλληλα αναπτύχθηκε και ένα πρωτόκολλο OSPF, το Radio Shortest Path First (RSPF), το οποίο όμως για τεχνικούς λόγους δεν έχει γνωρίσει μεγάλη επιτυχία.
Το AMPRnet ή "δίκτυο 44" είναι δίκτυο κατηγορίας A, η μοναδική πύλη εισόδου είναι το "mirrorshades.ucsd.edu". Το σύστημα αυτό γνωρίζει ποιά άλλα routers υφίστανται μεταξύ των διαφόρων δικτύων που απαρτίζουν το Internet και το AMPRnet. Από το σημείο αυτό, τα πακέτα εγκλείονται μέσα σε άλλα πακέτα IP (IP- encapsulation [7]) τα οποία και αποστέλλονται στο routers που είναι πλησιέστερα πρός τον αποδέκτη. Εσωτερικά το AMPRnet είναι οργανωμένο σε υποδίκτυα, τα οποία αποτελούνται από τοπικές ομάδες σταθμών με άμεση ασύρματη επικοινωνία μεταξύ τους σε πρωτόκολλο TCP/IP πάνω από AX.25. Δεν υφίσταται ενιαίο netmask και υπαρχει ελευθερία subneting ανάλογα με τις τοπικές ανάγκες.
Στην Ελλάδα οι πρώτες προσπάθειες ανάπτυξης ενός ασύρματου δικτύου TCP/IP άρχισαν γύρω στο 1989. Αυτή τη στιγμή περιλαμβάνει γύρω στους 60 σταθμούς και 80 κόμβους στην Αθήνα, Θεσ/νίκη, Ξάνθη, Πάτρα και Ηράκλειο, όπου και υφίστανται routers πρός το υπόλοιπο Internet. Η συχνότητες εκπομπής είναι 144625 kHz (1200 bps) και 430650 kHz (9600 bps). Το δίκτυο της Αθήνας αποτελείται σήμερα από 4 application server/router, ενα router που το διασυνδέει με το υπόλοιπο Internet, ένα secondary DNS server και 40 άλλους σταθμούς σαν χρήστες. Σε άλλες πόλεις υφίσταται μόνο ανά ένα router που είναι ταυτόχρονα και application server.
Επειδή όλη η προσπάθεια χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από τους συμμετέχοντες ραδιοερασιτέχνες, ο εξοπλισμός είναι αρκετά απλός και οικονομικός. Ολοι οι κόμβοι χρησιμοποιούν IBM PC/AT συμβατούς υπολογιστές με NOS ή Linux και πομποδέκτες VHF και UHF μικρής ισχύος και κατακόρυφες κεραίες. Αρκετοί χρήστες χρησιμοποιούν και μικρά LAN, συνδεδεμένα στο κύριο δίκτυο. Ολοι σχεδόν οι σταθμοί χρησιμοποιούν κλασσικά TNC σε διαμόρφωση KISS, ορισμένοι όμως διαθέτουν εσωτερικές μονάδες σύγχρονης επικοινωνίας (SCC), ενώ άλλοι πειραματίζονται με τεχνικές παραγωγής τών πλαισίων AX.25 σχεδόν εξ ολοκλήρου με λογισμικό, με την χρήση ειδικού device driver. Οι σταθμοί της τελευταίας κατηγορίας χρησιμοποιούν μόνο ένα απλό modem χαμηλού κόστους για οδήγηση του πομποδέκτη.
Ο έλεγχος της λειτουργικότητας του δικτύου γίνεται σε γραφικό περιβάλλον αλλά με κλασσικές τεχνικές του IP (ICMP-ping, traceroute, rpc, finger stats) δεδομένου ότι το ειδικό για την δουλειά αυτό πρωτόκολλο SNMP είναι αρκετά "βαρύ" για τον ήδη βεβαρυμένο κώδικα του NOS.